Βάρδα Μπένε ή αλλιώς «διαλύουν τα καϊκια πριν γεράσουν»

Ο Ευριπίδης Ταρασίδης παρακολούθησε το Βάρδα Μπένε- μία ιστορία που μάλλον δεν θέλεις να ακούσεις και γράφει τις εντυπώσεις του από την τελευταία παραγωγή του Φεστιβάλ Φιλίππων.

Περνώντας το παλιό υδραγωγείο της πόλης, με κατεύθυνση προς το παλιό νοσοκομείο και λίγο πριν πάρει κανείς τη στροφή μπροστά από το Καρνάγιο, βρίσκεται, σε ένα αδιέξοδο, μία παλιά αποθήκη, ξεχασμένη, αναξιοποίητη, με τους πέτρινους της τοίχους να συγκρατούν ιστορίες από ναυτικούς και ναυτεργάτες. Πώς να το βρεις αυτό το μέρος αν δεν το ξέρεις;

Ούτε η Εύα Οικονόμου-Βαμβακά το ήξερε, αλλά το βρήκε. Να στέκει αμέριμνο απέναντι από ένα καϊκι, που περιμένει από μέρα σε μέρα να ηχήσουν πάνω του αδίστακτες οι βαριοπούλες και τα δράπανα. Της άρεσε φαίνεται ο χώρος και μας κάλεσε να τον επισκεφτούμε. Πήρε χαλίκι και τον έστρωσε, τον φώτισε, τον ανέστησε. Αλλά έλειπε το πιο βασικό για να γίνει θεατρικός τόπος συνάντησης. Το έργο.

Την ιδέα της την έδωσε ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Φιλίππων, Θοδωρής Γκόνης. Μία ιστορία για τους Αιγύπτιους ψαράδες της Καβάλας. Είναι αυτοί που δεκάδες χρόνια αφήνουν για 8 μήνες την Αίγυπτο και έρχονται στα Καβαλιώτικα ψαροκάικα. «Θα κάνω μία ιστορία για τα καϊκια που πεθαίνουν» του αντιπρότεινε και εκείνος δέχτηκε.

Μία ιστορία με αφορμή μία οδηγία της Ε.Ε., μέσω της οποίας χρηματοδοτείται όποιος αποσύρει το καϊκι του και το δώσει για να γίνει χίλια κομμάτια. Στόχος: η αντιμετώπιση της υπεραλίευσης. Ας μην μείνουμε στην αποτελεσματικότητα της οδηγίας. Ας μείνουμε στους αριθμούς. Σήμερα, στην Καβάλα, που έχει την τάση να μην εμπνέεται από την ιστορία της και να κινεί για αλλού, έχουν μείνει ελάχιστα ψαροκάικα. Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα ένα από αυτά έγινε κομμάτια στην Κεραμωτή. Κρίση γαρ. Φευ.

Και πως μπορεί να γίνει ιστορία μία ευρωπαϊκή οδηγία; Εκεί ήταν και η μεγαλύτερη δυσκολία. Εύα έλυσε το πρόβλημα με μαεστρία. Κατέστρωσε ένα δικό της κείμενο με βασικό άξονα τρεις ιστορίες: του Έλληνα πρωτομάστορα ψαροκάικων  (εξαιρετικός Θοδωρής Γκόνης- ακούμε μόνο τη φωνή του), του Αιγύπτιου ψαρά μέσω ενός ανεκπλήρωτου έρωτα και του Καβαλιώτη καπετάνιου (διπλός ρόλος για τον Παύλο Σταυρόπουλο). Όλα αυτά διανθισμένα με πανέξυπνες σκηνοθετικές πινελιές που σου επιτρέπουν να δεις απ’ όλες τις πλευρές το αναπόφευκτο τέλος μίας από τις σημαντικότερες παρακαταθήκες της πόλης. Των ψαροκάικων της.

Μέσα σε 55 λεπτά, το έργο καταφέρνει να συμπυκνώσει μία ιστορία που, αν και δεν θέλουμε εμείς οι Καβαλιώτες να την ακούσουμε, εν τούτοις πρέπει. Πρέπει γιατί «θα είμαστε οι μελλοντικοί αρχαίοι» και πρέπει να αφήσουμε κάτι που να μαρτυρά πως προσφέραμε στην διατήρηση μίας παράδοσης. Μίας παράδοσης με μελανά σημεία και σκιές. Εδώ, μέσα σ’ αυτό τον κόσμο της εκμετάλλευσης και της σκληρής εργασιακής συνθήκης. Σε έναν κόσμο όμως που προσφέρει και πανηγύρια και ούζο και χαρές και έρωτες.

Σύγκρουση. Σύγκρουση μεταξύ της ρηχής πραγματικότητας της αγοράς και της μνήμης, του αισθήματος, του περιβάλλοντος και τελικά του ίδιου μας του πολιτισμού. Και στη μέση της σύγκρουσης, ο άνθρωπος.

Το ξέρουμε πια: οι άνθρωποι, είμαστε οι ιστορίες μας. Και μία από τις χιλιάδες ιστορίες των ανθρώπων που ανέπνευσαν σ’ αυτή την πόλη φωνάζει «Βάρδα Μπένε».  Ανθρώπων που έζησαν στην Καβάλα, που δούλεψαν για την Καβάλα. Ή, ορθότερα, είναι μία ιστορία για κάθε ψαρούπολη του κόσμου, για κάθε άνθρωπο που δούλεψε σε ψαροκάικο, για κάθε έναν που χώρεσε σε μια γωνιά του νου του τη θάλασσα. Για κάθε άνθρωπο που βλέπει την ιστορία της πόλης του να γίνεται σμπαράλια για χάρη της οικονομίας και της ανάπτυξης. Αλλά είπαμε, οι άνθρωπο έχουν έρωτα και μνήμη. Και μία χρυσή λίρα στο κέντρου του καϊκιού. Πώς να τα κερδίσει αυτά το χρήμα; Δεν μπορεί.