Τάνια Ελευθεριάδου: Παράνομα περικόπτουν αναδρομικά συντάξεων και εργατικά δικαιώματα

Τις απόψεις της για τις τελευταίες νομοθετικές παρεμβάσεις της Κυβέρνησης, που αφορούν στην καταβολή αναδρομικών συντάξεων και την αλλαγή των εργασιακών σχέσεων των εκπαιδευτικών στα ιδιωτικά σχολεία, εξέφρασε στο Κόκκινο Καβάλας η Τάνια Ελευθεριάδου.

Αναφερόμενη στην απόφαση του ΣτΕ για την αναδρομική καταβολή συντάξεων, η βουλευτής Καβάλας του ΣΥΡΙΖΑ τόνισε ότι η Κυβέρνηση έπρεπε να καταβάλει τις κύριες και επικουρικές συντάξεις, καθώς και τα δώρα και τα επιδόματα που είχαν καταργηθεί από τον κ. Βρούτση στην Κυβέρνηση Σαμαρά. Όπως σημείωσε, το ποσό που θα έπρεπε να καταβληθεί άμεσα και έντοκα ανέρχεται στα 3,9 δισ. ευρώ. «Ο κ. Μητσοτάκης είπε με στόμφο στη Βουλή ότι εντός του 2020 θα δοθεί μόνο 1,4 δισ. ευρώ. Δηλαδή, μιλάμε για κούρεμα κατά 60%, ενώ το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους μιλά για μικρότερο ποσό, ύψους 900 εκ. ευρώ. Μάλιστα, λίγες ώρες αργότερα, κατατέθηκε στη Βουλή τροπολογία του κ. Βρούτση, με την οποία φαίνεται το πως η ΝΔ θέλει να εξαπατήσει τους συνταξιούχους. Τελικώς, θα δοθούν μόνο οι κύριες συντάξεις και διαγράφονται οι διαφορές στις επικουρικές, στα δώρα και τα επιδόματα. Πρέπει να επισημάνουμε ότι το μεγάλο πετσόκομμα είχε γίνει στις επικουρικές συντάξεις, ενώ οι χαμηλοσυνταξιούχοι είχαν περικοπές μόνο στα δώρα και τα επιδόματα, οπότε δεν θα πάρουν τίποτα.

Πρόκειται για συνταγματικό πραξικόπημα, διότι ο κ. Βρούτσης, με την τροπολογία, εκτός των άλλων, αφαιρεί και το δικαίωμα της προσφυγής. Πλέον, η μόνη διέξοδος των συνταξιούχων είναι να απευθυνθούν εκ νέου στα Δικαστήρια για να ζητήσουν την ακύρωση της κατάπτυστης τροπολογίας, κάτι, όμως, που θα απαιτήσει πολλά χρόνια».

Καταλύουν το Εργατικό Δίκαιο

Επίσης, σχολιάζοντας τα όσα συνέβησαν χθες στη Βουλή, κατά τη συζήτηση νομοσχεδίου για την ιδιωτική εκπαίδευση, η βουλευτής είπε πως «σε ένα νομοσχέδιο για την Παιδεία, η Κυβέρνηση έφερε τροπολογίες που καταλύουν το Εργατικό Δίκαιο, όσον αφορά στους εκπαιδευτικούς των ιδιωτικών σχολείων. Τους μετατρέπει σε απλούς υπαλλήλους, ενώ οι εκπαιδευτικοί στα ιδιωτικά σχολεία όλων των βαθμίδων προστατεύονταν από το κράτος. Για να απολυθούν, έπρεπε η απόλυσή τους να εγκριθεί από δικαστικό συμβούλιο, για να κριθεί αν η απόλυση είναι παράνομη και καταχρηστική. Πλέον, οι εκπαιδευτικοί αυτοί, αντί του Υπουργείου Παιδείας, υπάγονται στο Υπουργείο Εργασίας, γεγονός που προκαλεί ανισότητες έναντι των εκπαιδευτικών του Δημοσίου και τους φέρνει σε χειρότερη θέση απ’ ό,τι είναι οι υπάλληλοι σε οποιαδήποτε επιχείρηση. Τους κάνει πιόνια της εργοδοσίας. Καταλύει το Εργατικό Δίκαιο που αφορά στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Διότι, για να απολυθεί εργαζόμενος με σύμβαση ορισμένου χρόνου, θα πρέπει να υπάρχει σπουδαίος λόγος. Η ΝΔ έφερε δύο διατάξεις, οι οποίες αναφέρουν ότι οι εκπαιδευτικοί, των οποίων η σύμβαση θα λήξει μέσα στο 2020, θα λήγει αυτόματα στις 31 Αυγούστου. Αυτό είναι παράνομο. Επίσης, αυτών που οι συμβάσεις θα λήξουν μέσα στο 2021, μετατρέπονται αυτόματα σε αορίστου χρόνου. Το κάνει όχι για να τους μονιμοποιήσει, όπως ισχυρίζεται, αλλά διότι όταν η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου, ο εργοδότης μπορεί να τον απολύσει οποτεδήποτε και αναιτιολόγητα.

Τελικός σκοπός είναι να γίνει εκκαθάριση στους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι έχουν διετείς συμβάσεις στα ιδιωτικά σχολεία. Θα δείτε πόσες απολύσεις θα γίνουν πριν από την έναρξη της σχολικής χρονιάς. Επίσης, το κάνει για να είναι υποχείρια οι εκπαιδευτικοί στα θέλω του σχολάρχη κι αυτό θα έχει συνέπειες και στα παιδιά του δημοσίου σχολείου. Διότι, όταν οι εκπαιδευτικοί θα είναι υποχείρια, θα βάζουν καλύτερους βαθμούς στα παιδιά αυτών που μπορούν να κάνουν χορηγίες στα ιδιωτικά σχολεία. Κι αυτά τα παιδιά θα ανταγωνιστούν με τα υπόλοιπα για μια θέση στα πανεπιστήμια ή μια θέση στο Δημόσιο μέσω ΑΣΕΠ, με καλύτερο βαθμό απολυτηρίου. Κι όταν, μάλιστα, έχουν εξισώσει τα πτυχία των κολεγίων με αυτά των δημόσιων πανεπιστημίων».

Και κατέληξε λέγοντας πως «σ’ αυτήν την υποβάθμιση είναι αντίθετη όλη η κοινωνία, ακόμη και η ΔΑΚΕ (συνδικαλιστική παράταξη που πρόσκειται στη ΝΔ)», και πως «το νομοσχέδιο θα κριθεί στα δικαστήρια».

Ακούστε τη συνέντευξη: