Σινεφίλ στην επαρχία: ένα σύντομο ανέκδοτο

Του Ευριπίδη Ταρασίδη

Λίγα πράγματα μου λείπουν από τη Θεσσαλονίκη. Η νυχτερινή της ζωή (ίσως), τα φεστιβάλ της, η βόλτα στην παραλία. Όλα αυτά όμως αναπληρώνονται. Ένα πράγμα δεν μπορώ να αναπληρώσω: τους κινηματογράφους της. Όχι πώς δεν έχει κινηματογράφο η Καβάλα. Έχει και τον επισκέπτομαι συχνά. Είναι όμως ακόμη μία επιχείρηση που σκοπό έχει να βγάλει κέρδος. Και δεν την κατηγορώ γι αυτό. Την καταλαβαίνω.

Θα πρέπει όμως κάποιος να καταλάβει και μένα- και μαζί με μένα τόσους σινεφίλ που ζουν στην Καβάλα ή αντίστοιχες επαρχιακές πόλεις. Διότι, σε ό,τι αφορά τον κινηματογράφο, νιώθουμε πολίτες δεύτερης κατηγορίας.

Θα δώσω μερικά παραδείγματα. Από τις πέντε υποψήφιες ταινίες για Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης, μόλις μία προβλήθηκε στον τοπικό κινηματογράφο, περίπου 2 μήνες μετά την προβολή της στο Netflix (αναφέρομαι στο Roma του Αλφόνσο Κουαρόν). Και αν δεν σας αρέσει ο «ξενόγλωσσος» , θα σας αραδιάσω μερικές από τις χολιγουντιανές ταινίες οι οποίες διακρίθηκαν, ή τέλος πάντων, είχαν κάτι να δώσουν: Στην Πύλη της αιωνιότητας, Θα μπορούσες ποτέ να με συγχωρέσεις; , Αν η οδός Μπιλ μπορούσε να μιλήσει, Ακρότητες κτλ. Δυστυχώς όμως, ούτε οι ταινίες που παράγει ο πολύπαθος ελληνικός κινηματογράφος έχουν κάποια τύχη να χωρέσουν στο πρόγραμμα. Και δεν εννοώ ούτε τη Νονά ούτε το Bachelor 3. Σας λέει κάτι η ταινία Οίκτος; Μήπως η ταινία Ο Γιος της Σοφίας; Ίσως το Γυναίκες Που Περάσατε Από Δω; Όχι; Λογικό.

Τα παραδείγματα είναι πολλά και πηγαίνουν σε βάθος χρόνου. Παρά τις προσπάθειες των κατά τόπους κινηματογραφικών λεσχών και ομάδων, παρά τη λειτουργία θερινών σινεμά, η εμπειρία της σκοτεινής αίθουσας, του ποιοτικού ήχου και της εικόνας υψηλής ανάλυσης δεν αντικαθίσταται από κανένα torrent και από καμία ρομαντική βραδιά πλάι σε αγιόκλημα και γιασεμιά.

Νιώθω λοιπόν πως περνά η ζωή και φεύγουν οι ταινίες που θα μπορούσαν να της δώσουν χαρά, ποιότητα, προβληματισμούς. Θα μου πείτε, εδώ έχουμε ολόκληρη κρίση και σένα σε ενδιαφέρει το σινεμά; Ναι, θα σας πω! Γιατί το μεγαλύτερο αντίδοτο στη θλίψη είναι η τέχνη και ειδικότερα, η έβδομη τέχνη! Δεν το λέω εγώ, το λένε οι έρευνες!

Ας σκεφτούμε λοιπόν: τι εμποδίζει τον Δήμο (εν προκειμένω της Καβάλας)  να στηρίξει μία προσπάθεια δημιουργίας Δημοτικού Κινηματογράφου, με φθηνό εισιτήριο, με ταινίες πρώτης προβολής, με ελληνικό κινηματογράφο στο πρόγραμμα του, γεμάτες αίθουσες, ειδικές προβολές, ταινίες μικρού μήκους, με μεταμεσονύχτιες προβολές και αφιερώματα; Τίποτα! Γιατί μην μου πείτε ότι ένα τέτοιο πρότζεκτ δεν θα τα βγάλει τα λεφτά του. Και στο κάτω κάτω της γραφής, αν το θέλει, μπορεί να κάνει ένα σοβαρό οικονομοτεχνικό πλάνο και να του βγει μια χαρά. Ας κόψει κάτι από φρουφρου και τα αρώματα, από τα πανηγυράκια και τις σουβλακιέρες και ας το δώσει σε πραγματικό πολιτιστικό προϊόν το οποίο θα το απολαμβάνουμε 7 μέρες την εβδομάδα!

Βέβαια, εδώ δεν φταίει μόνο ο (εκάστοτε) δήμος. Πρέπει να πάρει πρωτοβουλίες και το Υπουργείο Πολιτισμού. Πόσο δαπανηρό είναι να χρηματοδοτήσει κινηματογράφους (δημοτικούς και περιφερειακούς, όπου και αν υπάρχουν) για να καλύπτουν πιθανή χασούρα από προβολές ελληνικών ταινιών; Διότι δεν αρκεί να αισθανόμαστε εθνικά υπερήφανοι για τον Γιώργο Λάνθιμο αλλά θα πρέπει να αναρωτηθούμε γιατί έφυγε από την Ελλάδα και γιατί δεν το καλοβλέπει να γυρίσει πίσω. Και μην μου πείτε ότι είναι μόνο τα χρήματα ή η δόξα. Ο Πάβελ Παβλικόφσκι (βραβευμένος με Όσκαρ για την Ida) επιμένει Πολωνικά. Όπως ο Μουντσιου επιμένει Ρουμάνικα, o Νουρί Μπιλγκέ Τζεϊλάν Τούρκικα κ.ο.κ. Παραδείγματα πολλά.

Ας το δεχτούμε: η σχέση του πολίτη μίας μικρής πόλης με τον πολιτισμό περιορίζεται (στην καλύτερη περίπτωση) στα καλοκαιρινά φεστιβάλ (οι Καβαλιώτες είμαστε προνομιούχοι λόγω του Φεστιβάλ Φιλίππων), στις θεατρικές αρπαχτές, σε καμιά συναυλία (ο θεός να την κάνει) και σε κανένα blockbuster, το οποίο προσευχόμαστε να είναι της προκοπής. Από ‘κει και έπειτα η ψυχαγωγία μας (άντε και η διασκέδαση μας) είναι περιορισμένη, καλουπωμένη και μονότονη.

Ως λαός που βιώσαμε (και βιώνουμε, έστω και σε μικρότερο βαθμό) την οικονομική κρίση αλλά, κυρίως, την κρίση αξιών, μας πρέπει μία ψυχική ανάταση, μία ποιοτική καθημερινότητα, μία ποικιλία επιλογών σε ό,τι αφορά τον πολιτισμό μας. Και επειδή η ευλογημένη ελεύθερη αγορά δεν πολυσυμπαθεί την ποιότητα, ο μόνος τρόπος για να μπορέσουμε να βγούμε από τη μιζέρια της σαχλαμάρας είναι η συνδρομή είτε του δημοσίου, είτε κάποιου τρελού θείου από την Αμερική που θα μας στέλνει αβέρτα λεφτά, ή από την διάθεση μερικών σινεφίλ, οι οποίοι αφιλοκερδώς, θα τρέχουν να προβάλουν κάποια ταινία σε κάποιο μικρό, κρύο και, τις περισσότερες φόρες, στενάχωρο θεατράκι. τα δύο τελευταία έχουν ημερομηνία λήξης (αν έχουν ημερομηνία αρχής).

Είμαστε ικανοποιημένο με αυτό; Προσωπικά όχι. Είμαστε ικανοποιημένοι με μικρά ξεφαντώματα, με ευτελείς παραγωγές, με κανένα φεστιβαλάκι, καμιά προβολούλα και κανένα ξεροκόμματο; Ελπίζω όχι. Μπορεί, αν υπάρξει διάθεση, όρεξη, όραμα και λίγα χρήματα (έχουμε ολόκληρο Όσκαρ και τον νοικιάζουμε για μερικές μουσικές παραστάσεις και κάτι χορούς) να γίνει η Καβάλα (και κάθε επαρχιακή πόλη) μία πόλη ευρωπαϊκή, δίνοντας (και μέσα από τον κινηματογράφο) στους πολίτες της μία ακόμα ποιοτική διέξοδο από την κακοβρασμένη σούπα της τηλεόρασης και του μέτριου-εώς κακού- κινηματογράφου των μαζών; Πιστεύω πώς ναι! Και θα γίνει μόνο αν απαιτηθεί. Είμαστε πολλοί οι πρωταγωνιστές του κακού ανέκδοτου; Ας μετρηθούμε.

Η φωτογραφία είναι από την ταινία του Τζουζέπε Τορνατόρε «Σινεμά ο Παράδεισος»