«Ο άνθρωπος που έκαψε την Ελλάδα»-Μια προσέγγιση για το πρώτο εξεγερσιακό μυθιστόρημα τη κρίσης

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος, παρουσίασε στην Καβάλα το νέο του βιβλίο "Ο άνθρωπος που έκαψε την Ελλάδα" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. Για το βιβλίο μίλησαν οι δημοσιογράφοι Κάτια Γιαννουκάκου και Ευριπίδης Ταρασίδης.

Του Ευριπίδη Ταρασίδη (από την παρουσίαση του βιβλίου):

Τον Δεκέμβρη του 2008 και ενώ η εξέγερση των νέων, με αφορμή τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, έδειχνε να χάνει κάτι από την ένταση και τη ζωντάνια των πρώτων ημερών, το μεγάλο χριστουγεννιάτικο δέντρο της πλατείας Συντάγματος παίρνει φωτιά. Το 2017, οι «Ενωμένοι Αριστεροί» της Ισπανίας εκδίδουν μία χριστουγεννιάτικη κάρτα με το φλεγόμενο δέντρο των Αθηνών και εύχονται «Καλά Χριστούγεννα». «Σκοπός μας ήταν να δείξουμε την δυσαρέσκειά μας για τις συνεχιζόμενες περικοπές στη χώρα» δήλωσε στέλεχος του συνασπισμού των αριστερών κομμάτων.

Τη δυσαρέσκειά του, ας το πούμε σχηματικά, έδειξε και ο Δίας, στον πυροφόρο Προμηθέα, γιατί τόλμησε εν τοις πράγμασι να «αμφισβητήσει» την εξουσία των θεών. Πώς;  «Κλέβοντας» την φωτιά και κάνοντας τους ανθρώπους… ανθρώπους.

Μία τέτοια εξουσία αμφισβητεί ο Δημήτρης Αποστολάκης, ο άνθρωπος που έκαψε την Ελλάδα. Μόνο που αυτός δεν κλέβει τη φωτιά, αλλά τη δημιουργεί. Όχι για να γίνει πατέρας όλων των τεχνών αλλά για να τα κάνει όλα «στάχτη και μπούρμπερη», ή , όπως θα σημείωνε ένας κωμικός, «στάχτη και burberry»!

Ο Μίμης θα μπορούσε να σιγοτραγουδά το «Like a Rolling  Stone», ουρλιάζοντας, ίσως, το στίχο

When you got nothing, you got nothing to

Lose

You’re invisible now, you got no secrets to

Conceal

Και τούτο διότι, εκτός από τις υπερφυσικές του δυνάμεις, έχει και τα «χαρακτηριστικά» του αστέγου. Πρώην μέλος της μεσαίας τάξης, άνεργος δημοσιογράφος, πνιγμένος από τους ρόλους που κλήθηκε να επιτελέσει, ψάχνει να πραγματώσει αυτό που κάθε νεοέλληνας κάποια στιγμή στη ζωή του σκέφτηκε: να τα κάψει όλα.

Βάλε φωτιά σε ό,τι σου καίει, ό,τι σου τρώει τη ζωή, λέει σε ένα τραγούδι του ο Αγγελάκας και αυτόν τον στόχο έχει ο ήρωας του βιβλίου. Όμως, η εκδικητική του στάση απέναντι στην πραγματικότητα είναι αμιγώς πολιτική και, μάλλον, δεν έχει καμία σχέση με το σύνθημα «να καεί το μπουρδέλο η Βουλή», ούτε φυσικά με τις φωτιές στο Μάτι. Είναι, θα λέγαμε, η φωτιά που εξαγνίζει.

Αλλά ας επιστρέψουμε στην άλλη κατάσταση του ήρωα. Τα νοικοκυριά στη χώρα μας, την περίοδο της κρίσης, δαπανούν το 40,7% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για έξοδα γύρω από την κατοικία τους, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στη Γερμανία είναι 15,9%. Ταυτόχρονα, αν αναλογιστεί κανείς ότι το ποσοστό ιδιοκατοίκησης στη χώρα μας έκανε βουτιά την πενταετία 2010-2015, θα αντιληφθεί ότι οι Δημήτρηδες αυξήθηκαν ραγδαία, κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα. Ευτυχώς, όχι στην Καβάλα, η οποία, όμως, είδε, μετά από αρκετό καιρό, αστέγους.

Αυτή τη δυναμική που δίνει το γεγονός πως ο ήρωάς μας τα έχασε όλα, εκμεταλλεύεται άρτια ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος στο τελευταίο βιβλίο. Επιλέγει, εύστοχα κατά τη γνώμη μου, μία πολύπλοκη, αλλά εξόχως επιτυχημένη μορφή αφήγησης, με γλώσσα ρέουσα, κινούμενος ανάμεσα στα όρια του παραλογισμού, της παρωδίας, του μεταφυσικού, της μαυρίλας, του γέλιου. Αξιοποιώντας τα news, αμφισβητώντας τα, όμως, εν τη γεννήσει, παράγοντας μία ροή που στηρίζεται πάνω στη σύγκρουση fake και real, ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος αποτυπώνει διασκεδαστικά και ωμά, τη σύγχρονη πραγματικότητα, στο πρώτο εξεγερσιακό μυθιστόρημα στα χρόνια της ελληνικής κρίσης.

Και αν σε κάποια σημεία φαίνεται να υποβόσκει μία απογοήτευση για την αλλαγή που μπορεί να περίμενε, εν τούτοις δεν υποτιμά το κυρίαρχο ερώτημα που θέτει στον αναγνώστη του: αν ήσουν ο Μίμης, τι θα έκανες;

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. Περισσότερες πληροφορίες εδώ