Ναι ρε, είμαστε ευαίσθητοι. Υπάρχει πρόβλημα;

Θα αφιερώσω τις σημερινές κακοήθειες σε όσους πολεμούν τον ορθολογισμό της αγοράς και κρατούν ψηλά τη σημαία της ύπαρξης του ανθρώπου. Ή μάλλον, του κάθε ανθρώπου. Ή καλύτερα, του κάθε πλάσματος

472

Οι αφορμές, πολλές. Η μεταμοντέρνα (sic) δημοκρατία είναι ένα μείγμα οικονομικίστικου ορθολογισμού που καταπνίγει την αυτονόητη αντίσταση, ή καλύτερα, το καθήκον που έχει ο άνθρωπος να υπερασπιστεί την οποιαδήποτε ύπαρξη, με οποιοδήποτε κόστος και ενός κατ’ επίφαση ανθρωπισμού που τερματίζει εκεί που ξεκινάει το κέρδος. Όσοι βρίσκονται στην από εκεί πλευρά της ιστορίας, αποκαλούνται από τους ειδήμονες του ορθολογισμού ως “ονειροπόλοι”, “ρομαντικοί”, “κουλτουριάρηδες”, “ευαίσθητοι”-στην καλύτερη- “άχρηστοι”, “ανερμάτιστοι”, “μαλάκες”- στην χειρότερη.

Κάτι μαλάκες, λοιπόν, θέλουν να πίνουν το νερό που έπιναν οι προπροπροπροπαπούδες τους, καθαρό, γάργαρο, κατευθείαν από την πηγή. Θέλουν να ακούν το βράδυ να  κυλάει πάνω στις πέτρες, να δροσίζει τα σκυλιά και τα πουλιά, να δροσίζει τους περαστικούς. Είναι οι κάτοικοι των Σταγιατών και είναι φτιαγμένοι από το νερό τους. Δεν θέλουν να το δώσουν σε βιομήχανο για να το βάλει σε μπουκαλάκια και να τους στερήσεις το προαιώνιο δώρο της φύσης.

Είναι οι ρομαντικοί της ιστορίας, καθώς δεν θέλουν να εμπορευματοποιήσουν το αγαθό που τους χαρίστηκε. “Σαν το νερό των Σταγιατών, δεν έχει” τραγουδά ο Αλκίνοος Ιωάννιδης παρέα με την Εστουδιαντίνα Νέας Ιωνίας και με παιδιά της περιοχής, στην πλατεία του πανέμορφου χωριού του Πηλίου, κόντρα στον ορθολογισμό της οικονομίας και τον ψευτοτσαμπουκά του Μπέου.

Είναι οι κάτοικοι της Τήνου, που υψώνουν το ανάστημα τους στα θηρία των ανεμογεννήτριων που καταστρέφουν τα βουνά του νησιού τους, χωρίς στην ουσία να εξοικονομούν ενέργεια. Είναι οι ρομαντικοί της ιστορίας, απέναντι στον ορθολογισμό της αγοράς και του κ. Χατζηδάκη, που αντιλαμβάνεται το περιβάλλον ως τιμαλφές για τις ορέξεις των επενδυτών.

Είναι φυσικά οι κάτοικοι της Χαλκιδικής που είδαν τους τόπους των παιδικών τους χρόνων να καταστρέφονται για τον ορθολογισμό του χρυσού, που οι Ιντιάνα Τζόουνς από τον Καναδά ξηλώνουν για να καλλωπίσουν τις ανασφάλειες των δυτικών.

Είναι, βέβαια, τα παιδιά και οι μεγάλοι που βγαίνουν με πλακάτ για να στηρίξουν τους καλλιτέχνες. Εκείνοι δεν είναι ρομαντικοί. Εκείνοι περιέχονται από έναν λανθάνοντα ορθολογισμό, που δεν

 

εξυπηρετεί τις επενδυτικές βλέψεις της κυβέρνησης. Ποιος τον χέζει τον πολιτισμό γαμώ το φελέκι μου; Βγάζει φράγκα; Όχι.

Είναι τα εκατομμύρια των πολιτών που βγαίνουν στην Αμερική για να απαιτήσουν ένα νέο ορθολογισμό, ο οποίος θα επαναφέρει στη συζήτηση την προαιώνια ουτοπία της ισότητας χωρίς όρους.

Είναι εκείνοι που θέλουν να δουλεύουν λιγότερο γιατί “μια ρημάδα ζωή έχουμε”. Είναι οι τεμπέληδες του παραμυθιού μας.

Είναι, τελικά, όσοι λάμπουν στη μαυρίλα της απάθειας, των προτεραιοτήτων της ελίτ που γίνονται προτεραιότητες των μεσαίων και συμπιέζουν τις ανεφάρμοστες προτεραιότητες των ανθρώπων που αποκαλούν “περιθωριακούς” και ξεμπερδεύουν μαζί τους.

Γιατί, στη νέα πραγματικότητα, ο περιθωριακός δεν έχει τη μορφή ρακένδυτου ή στυλιστικά έξαλλου που μιλάει αλλιώς, τρώει αλλιώς, πίνει και διασκεδάζει αλλιώς. Περιθωριακός είναι αυτός που στην εξίσωση της σκέψης του βάζει τις στιγμές που θέλει να ζήσει, πλάι σε ένα ποτάμι που δεν πρέπει να εκτραπεί, μέσα σε ένα δάσος που δεν πρέπει να ξηλωθεί, πλάι σε έναν άνθρωπο που πρέπει να ζήσει, μέσα σε ένα σύστημα που πρέπει να τον βλέπει ως ξεχωριστό, αναπόσπαστο κομμάτι ενός οικοσυστήματος που σταματά να προχωρά, αν πρώτα δεν ικανοποιήσει τις ανάγκες όλων των πλασμάτων του. Αυτό σήμερα είναι μπαναλ. Δεν αντέχει καμία κριτική σκέψη, δεν νοείται ως αντιπρόταση, δεν μπαίνει στα προγράμματα των κομμάτων. Είναι μία υποκείμενη λαχτάρα που όμως, είναι βαθύτατα πολιτική και απείρως ανθρώπινη.

Είναι τελικά αυτή που κερδίζει, που πηγαίνει τον κόσμο μπροστά, που γίνεται η “λογική”, το “δεδομένο”, το “κεκτημένο”. Μέχρι πάλι να ανατραπεί και να χαρακτηριστεί ως “ρομαντική”

Τελικά, εσύ καλείσαι κάθε φορά να διαλέξεις πλευρά. Ή βαδίζεις στη λογική που μεταφράζει τα πάντα ως “επένδυση” και συγχωρείς πράγματα που δεν θα συγχωρούσες, ή παλεύεις πάντα, παντού και πάντοτε για όσους σου λένε “δεν τ’ αγοράζω, δε πουλώ μα με κερνάς και στο κερνώ”. Αυτά.