Μειονοτικά σχολεία: Επικαιροποίηση του Προγράμματος Μουσουλμανόπαιδων ή μία άλλη πραγματικότητα;

Ευριπίδης Ταρασίδης- Εκσυγχρονισμός ή λανθασμένη εκπαιδευτική προσέγγιση; Ξεπερασμένη διαδικασία ή αναγκαιότητα; Κλειστά σχολεία ή διάλογος; Ερωτήματα που τέθηκαν επί τάπητος για μία ακόμη φορά για το ευαίσθητο ζήτημα της μειονοτικής εκπαίδευσης, μετά τις αντιδράσεις γονέων και δασκάλων τμήματος των μειονοτικών σχολείων.

Το Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Μουσουλμανόπαιδων αποτέλεσε τομή στην εκπαιδευτική πραγματικότητα των μειονοτικών περιοχών. Το υλικό του προγράμματος επέτρεπε στους δασκάλους να διδάξουν παιδιά που δεν ήταν φυσικοί ομιλητές της ελληνικής γλώσσας. Σήμερα, 20 χρόνια μετά, αρκετοί γονείς και δάσκαλοι ενός τμήματος της μειονότητας κινητοποιούνται και απαιτούν να διδάσκονται και στα δημοτικά σχολεία των μειονοτικών περιοχών τα βιβλία που απευθύνονται σε παιδιά που μιλούν την ελληνική ως πρώτη-μητρική γλώσσα. Αποτέλεσμα αυτής της αντίδρασης, τα πολλά κλειστά σχολεία στην περιοχή.

Ο Δημήτρης Φυσεκίδης, είναι δάσκαλος στο 3/Θ Δημοτικό Σχολείο Βαφέικων, μίλησε στο Κόκκινο Καβάλας, υποστηρίζοντας το Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Μουσουλμανόπαιδων και τονίζοντας την ανάγκη επικαιροποίησης τους, χαρακτηρίζοντας το πρωτοποριακό.

Το αίτημα των διαφωνούντων είναι καταστροφικό

Κληθείς να περιγράψει την κατάσταση με κλειστά σχολεία, γονείς και δασκάλους να αντιδρούν , ο κ. Φυσεκίδης έκανε μία αναδρομή στην μειονοτική εκπαίδευση, από τη δημιουργία του Προγράμματος, μέχρι σήμερα.

«Έχει δημιουργηθεί ένα ζήτημα με το υλικό που διδάσκουμε στα μειονοτικά σχολεία.  Υπάρχει ένα υλικό το οποίο παρήχθη από το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο και από την ομάδα της Άννας Φραγκουδάκη. Αυτό το πρόγραμμα έτρεξε από το 1998 μέχρι το 2004. Δημιούργησε ένα νέο υλικό για τα μειονοτικά σχολεία, το οποίο συνδιαμορφώσαμε και το δουλεύουμε περίπου 20 χρόνια.

Τελευταία δημιουργήθηκε μία κίνηση, η οποία ξεκίνησε από τους δασκάλους του τουρκόφωνου προγράμματος, οι οποίο έβαζαν πάντα το αίτημα να διδάσκονται στα μειονοτικά σχολεία, το υλικό των δημοσίων σχολείων, το οποίο θεωρώ πως είναι καταστροφικό. Αυτό το αίτημα πέρασε και στους γονείς και έτσι δημιουργήθηκε αυτό το κίνημα και βλέπουμε μία σειρά από κλειστά σχολεία στην περιοχή.

Πριν δημιουργηθεί αυτό το υλικό του Προγράμματος Μουλσουμανοπαίδων, τα βιβλία που διδάσκουμε στα μειονοτικά σχολεία ήταν ό,τι διδασκόταν σε όλη την Ελλάδα. Θεωρούσαμε δεδομένο για ένα παιδί που ζούσε ένα απομακρυσμένο Πομακοχώρι, που ήξερε μόνο Πομάκικα, ότι μπορούσε στην πρώτη δημοτικού να παρακολουθήσει ένα βιβλίο ελληνικής γλώσσας, το οποίο ήταν προσαρμοσμένο σε ένα παιδί που ήταν φυσικός ομιλητής της ελληνικής γλώσσας. Αυτή η πρακτική είχε ολέθρια εκπαιδευτικά αποτελέσματα.

Τα παιδιά έμεναν ουσιαστικά αγράμματα. Αυτό το πρόβλημα δημιούργησε την ανάγκη να παραχθεί ένα υλικό γι αυτά τα παιδιά. Ήταν το πρώτο πρόγραμμα το οποίο δημιουργήθηκε στη βάση εκπαιδευτικών αρχών. Υπήρχαν πολύ καλά αποτελέσματα. Τα παιδιά του δημοτικού έχουν πολύ καλύτερο επίπεδο ελληνομάθειας από παλιότερα, η φοίτηση στα γυμνάσια έχει πολλαπλασιαστεί, συνεχίζουν τα κορίτσια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, έχουμε πολλούς αποφοίτους γενικών πανεπιστημίων από τη μειονότητα. Τεράστια η συνεισφορά σ’ αυτή την προσπάθεια των νηπιαγωγείων, τα οποία πήραν τα παιδιά σε μία τρυφερή ηλικία 4 χρονών, τα οποία εντάσσονταν σε ένα ελληνόγλωσσο περιβάλλον, οπότε στην ανάγκη αυτή μάθαιναν ελληνικά και ερχόταν σε εμάς με καλή γνώση της ελληνικής.

Παρά τα αποτελέσματα αυτά, αυτό το κομμάτι της μειονότητας που αντιδρά τα ερμήνευσε διαφορετικά. Θεώρησαν δηλαδή ότι, αφού τα παιδιά γνωρίζουν τόσο καλά τα ελληνικά μπορούν να διδάσκονται τα βιβλία που διδάσκονται οι φυσικοί ομιλητές της ελληνικής γλώσσας.

Το 2000, όταν έτρεχε το πρόγραμμα, όλοι οι δάσκαλοι που συμμετείχαμε, είχαμε παρακολουθήσει μία σειρά από σεμινάρια προκειμένου να δημιουργήσουμε το υλικό και να μάθουμε νέες πρακτικές διδασκαλίας. Αυτό το πρόγραμμα, εδώ και 20 χρόνια δεν υποστηρίζεται και μία σειρά συναδέλφων έχουν μπει στα μειονοτικά σχολεία και οι οποίοι δεν έχουν παρακολουθήσει τα σεμινάρια και φυσικά δεν ξέρουν το υλικό. Ο δάσκαλος που έρχεται σε ένα μειονοτικό σχολείο και δεν γνωρίζει το κλίμα, του είναι πιο εύκολο, μπαίνοντας στην τάξη να διδάξει το υλικό που ήδη γνωρίζει, αυτό του δημόσιου σχολείου. Άρα, μία σειρά συναδέλφων, παίρνουν δικιά τους πρωτοβουλία και έβαλαν παράτυπα αυτό το υλικό μέσα στα δημόσια σχολεία. Κάποιοι γονείς, το ερμήνευσαν ως εξής: αυτός ο δάσκαλος που κάνει αυτό το υλικό κάνει καλύτερη δουλειά».

Να συνεχίσουμε να διδάσκουμε το υλικό και να το επικαιροποιήσουμε

Ο κ. Φυσεκίδης στάθηκε και στην ανάγκη επικαιροποίησης του υλικού του Προγράμματος καθώς και στη διεξαγωγή σεμιναρίων πριν την έναρξη της σχολικής χρονιάς ώστε όλοι οι εκπαιδευτικοί να μπαίνουν στο ιδιαίτερο εκπαιδευτικό κλίμα των δημοτικών σχολείων της μειονότητας.

«Είναι αίτημα μας, κάθε αρχή της χρονιάς να γίνεται ένα σεμινάριο για όλους τους δασκάλους που μπαίνουν στο μειονοτικό πρόγραμμα, για να έρθουν σε επαφή με αυτό το υλικό το οποίο δεν γνωρίζουν, το οποίο είναι και πρωτοπορειακό και μ’ αυτές τις πρακτικές διδασκαλίας που έχουμε να μπαίνουν στο κλίμα. Αυτή είναι μία δουλειά την οποία θα έπρεπε να την κάνουν οι σχολικοί σύμβουλοι, οι οποίοι όμως δεν την κάνουν. Ίσως γιατί το πρόγραμμα δεν είναι πλέον σε ισχύ, ίσως γιατί μπορεί να γνωρίζουν το υλικό, ίσως να μην έχουν και τη διάθεση να το κάνουν αυτό.

Εμείς αυτό που θέλουμε για να βρεθεί λύση είναι να συνεχίσουμε να διδάσκουμε με το υλικό που διδάσκουμε. Αυτό το υλικό να τύχει μίας επικαιροποίησης και να έρθει στα σύγχρονα δεδομένα και να υπάρχει μία σταθερή σεμιναριακή υποστήριξη όλων των δασκάλων που εντάσσονται στο πρόγραμμα για να γνωρίζουν τα χαρακτηριστικά του ώστε να είναι αποτελεσματικοί» τονίζει.

Ακούστε τη συνέντευξη του Δημήτρη Φυσεκίδη στην εκπομπή Καβάλα Στο Κόκκινο:

Η φωτογραφία είναι από την εφημερίδα Χρόνος