Ιστορική συμφωνία εξορθολογισμού των σχέσεων Εκκλησίας – Πολιτείας (βίντεο)

Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε ένα πλαίσιο συμφωνίας ιστορικού χαρακτήρα προς όφελος και των δύο πλευρών ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας στις δηλώσεις του με τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος, κ. Ιερώνυμο.

Στο Κοινό Ανακοινωθέν Εκκλησίας-Πολιτείας στο οποίο κατέληξαν ο πρωθυπουργός και ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος και το οποίο διάβασε ο κ. Τσίπρας αναφέρεται ότι «στόχος μας είναι να θέσουμε το πλαίσιο διευθέτησης και επίλυσης ιστορικών εκκρεμοτήτων, αλλά και να ενισχύσουμε την αυτονομία της Ελλαδικής Εκκλησίας έναντι του Ελληνικού Κράτους, αναγνωρίζοντας την προσφορά και τον ιστορικό της ρόλο στη γέννηση και τη διαμόρφωση της ταυτότητάς του».

Οι δηλώσεις του Αλ. Τσίπρα και του αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου:

Το Ελληνικό Δημόσιο και η Εκκλησία της Ελλάδος αποφασίζουν τη δημιουργία Ταμείου Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας

Στις προβλέψεις του Κοινού Ανακοινωθέντος Εκκλησίας-Πολιτείας, το οποίο διάβασε ο πρωθυπουργός, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι «το Ελληνικό Δημόσιο και η Εκκλησία της Ελλάδος αποφασίζουν τη δημιουργία Ταμείου Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας». «Το Ταμείο αυτό θα διοικείται από πενταμελές διοικητικό συμβούλιο. Δύο μέλη του Ταμείου θα διορίζονται από την Εκκλησία της Ελλάδος, δύο μέλη θα διορίζονται από την Ελληνική Κυβέρνηση, ενώ ένα μέλος θα διορίζεται από κοινού. Το Ταμείο Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας θα αναλάβει τη διαχείριση και αξιοποίηση των από το 1952 και μέχρι σήμερα ήδη αμφισβητούμενων, μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Εκκλησίας της Ελλάδος περιουσιών, αλλά και κάθε περιουσιακού στοιχείου της Εκκλησίας που εθελοντικά η ίδια θα θελήσει να παραχωρήσει στο εν λόγω Ταμείο προς αξιοποίηση».

«Σήμερα επιχειρούμε να κάνουμε ένα ιστορικό βήμα προς τα μπρος επ’ ωφελεία της Πολιτείας και της Εκκλησίας», τόνισε ο Αλ. Τσίπρας.

Οι αλλαγές στο Άρθρο 3 έχουν στόχο να αναβαθμίσουν το διακριτό ρόλο της Eκκλησίας
Ο Αλ. Τσίπρας διαβεβαίωσε τον Αρχιεπίσκοπο ότι η επικείμενη Συνταγματική Μεταρρύθμιση και ειδικότερα οι αλλαγές που αφορούν στο ‘Αρθρο 3, έχουν στόχο να αναβαθμίσουν το διακριτό ρόλο της Eκκλησίας, ενισχύοντας την αυτονομία της, αναγνωρίζοντας παράλληλα τη σημαντική προσφορά της στη γέννηση και διαμόρφωση της ταυτότητας του ελληνικού κράτους.
Η διακηρυκτική αρχή της θρησκευτικής ουδετερότητας του ελληνικού κράτους διασφαλίζει αφενός μεν τους διακριτούς ρόλους μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας, αφετέρου, δε, εγγυάται τη μεταξύ τους συνεργασία στα θέματα κοινού ενδιαφέροντος.

Και προφανώς, αυτή η αρχή δεν έρχεται σε καμία αντίθεση με τις μακραίωνες παραδόσεις του λαού μας και ούτε βέβαια έχουν και καμία βάση όσα αστεία, κωμικοτραγικά θα έλεγα, έχουν ορισμένοι ψευδώς και σκοπίμως διαδώσει τις τελευταίες ημέρες περί επικείμενης δήθεν αποκαθήλωσης των ιστορικών συμβόλων, του Σταυρού από την ελληνική σημαία και από τα εθνικά μας σύμβολα.

«Ο διάλογός μας με την Eκκλησία της Ελλάδας ήταν και είναι πάντα ειλικρινής και θα είναι διαρκής», σημείωσε ο Αλ. Τσίπρας.

«Ακούμε τις απόψεις και τις επιφυλάξεις της, και όπως και το σύνολο των κομμάτων και των εκπροσώπων του λαού μας στην Εθνική Αντιπροσωπεία, όλοι μαζί θα λάβουμε υπόψη τις σκέψεις και τις προτάσεις που θα κατατεθούν κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής διαδικασίας και του διαλόγου που το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει για τη διαδικασία της Αναθεώρησής του», είπε.

«Έχω την αίσθηση ότι σήμερα πράγματι γίνεται ένα ιστορικό βήμα. Όλα τα ιστορικά βήματα προς τα μπρος απαιτούν όραμα και διάθεση να κατανοήσει ο ένας τον άλλον», τόνισε.

Ο πρωθυπουργός είπε ότι κάθε βήμα προς τα εμπρός βεβαίως δεν είναι χωρίς δυσκολίες, «αλλά όλοι κρινόμαστε από τα αποτελέσματα που δημιουργούμε και τις προθέσεις κι από αυτό που εκπέμπουμε και αυτή η συνάντηση θέλω να πιστεύω εκπέμπει αλληλοσεβασμό, αλληλοκατανόηση, αγάπη και εκπέμπει και την πρόθεση μας να πάμε ένα βήμα πιο μπροστά σεβόμενοι ο ένας τον άλλον».

Ιερώνυμος: Η Εκκλησία γίνεται περισσότερο υπηρέτης και διάκονος του θελήματος του λαού και του τόπου μας

Στην ανταπάντησή του, στο κοινό ανακοινωθέν με το πρωθυπουργό μετά τη συνάντησή τους, ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος ξεκίνησε τον λόγο του με ευχαριστίες προς τον Αλέξη Τσίπρα:

«Kύριε πρόεδρε, θα ήθελα να σας πω ένα βαθύτατο ευχαριστώ η συνοδεία μου και εγώ. Μαζί μου έχω τον σεβασμιώτατο μητροπολίτη Πατρών-συνοδικό μέλος και εκπρόσωπος επί του Τύπου, τον σεβασμιώτατο μητροπολίτη Ιωαννίνων, έμπειρο κληρικό, και με πολλή δραστηριότητα και -μη γελάσετε- τον τσάρο της οικονομίας μας, ο οποίος βρίσκεται πάντοτε σε αδιέξοδα. Τον πήρα μαζί μου σήμερα και διότι είναι αρμόδιος στον χώρο μας, αλλά και να του δώσουμε λίγα φτερά, διότι κάθε μέρα μου παραπονείται ότι δεν πηγαίνουμε καλά οικονομικά».

Εν συνεχεία, μίλησε για την εκκλησιαστική περιουσία και ανέφερε ότι: «Σε ένα κράτος, σε μια Πολιτεία σαν την πατρίδα μας που όποιον και αν ρωτήσεις αν η Εκκλησία έχει χρήματα, είναι πλούσια ή φτωχιά, θα πει ότι οι θησαυροί είναι αμύθητοι. Και απορεί κανείς πώς, πράγματι, αν πάρουμε το κάθε περιουσιακό μας στοιχείο χωριστά και όλα μαζί τα συγκεντρώσουμε, θα μπορούσαμε να φτιάξουμε έναν τέτοιο μύθο. Αν όμως δούμε βαθύτερα το θέμα, θα διαπιστώσουμε ότι είναι μια περιουσία που μοιάζει με ένα κάρβουνο, δεν δίνει καρπό, γιατί έχει τόσα βαρίδια, τόσες προκαταλήψεις, τόσες δυσκολίες που διαπιστώνεις ότι η περιουσία αυτή είναι ανώφελη.

Προσπάθησα από πολλά χρόνια αυτόν τον θησαυρό, όπως λένε, αλλά κοιμώμενο θησαυρό, να δούμε πώς θα τον αλλάξουμε, να τον κάνουμε από υλικό αντικείμενο πνευματικό. Δηλαδή, να μπορεί αυτό το αντικείμενο που κοιμάται κάπου να το κάνουμε πνευματική δυνατότητα όχι για μας, αλλά για τον λαό μας, για τα προβλήματα της Πολιτείας μας, για τα προβλήματα του λαού μας». Σε αυτό το σημείο του λόγου του, υπογράμμισε: «Ευχαριστώ γιατί βρήκα ανταπόκριση στα ερωτηματικά μου και στα προβλήματά μου και πράγματι επί τρία και περισσότερα χρόνια συναντώμεθα και όσο ο χρόνος το επιτρέπει μελετούσαμε αυτά, αλλά και άλλα προβλήματα της Εκκλησίας που έχουν σχέση με την Πολιτεία.

Ήρθε ο καιρός τώρα και θέλω να σας ευχαριστήσω και γι’ αυτά που είπατε εισαγωγικά, αλλά και για τις θέσεις που μπορεί να βγαίνουν από κάποια συζήτηση, αλλά είναι και από τη δική σας πρωτοβουλία θεμελιωμένες. Πραγματικά, στη σκέψη σας για τη συνεργασία μας, για τη συμβολή μας, για τη συναντίληψη έχετε δίκιο και εμείς όλοι από τον χώρο της Εκκλησίας -η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, η Ιερά Σύνοδος, οι συνεργάτες- στο συγκεκριμένο θέμα για το οποίο μιλήσαμε και αποφασίσαμε και προτείνουμε θα μας βρείτε στενούς συνεργάτες».

Ακολούθως, τόνισε ότι «Το θέμα παρουσιάστηκε στη Διαρκή Ιερά Σύνοδο, φάνηκε ότι είναι καλή η πορεία, η ΔΙΣ μας έδωσε την εξουσιοδότηση, είμαστε σε αυτό τον χώρο, συμφωνήσαμε για την περαιτέρω πορεία και αύριο θα ενημερώσουμε τη Σύνοδο. Στη συνέχεια, όλο αυτό το υλικό θα κληθεί όλη η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος να το εγκρίνει, πιθανόν να το διορθώσει, πιθανόν να το απορρίψει. Εμείς, όμως, έχουμε την αίσθηση ότι θα προχωρήσουμε, θα το υιοθετήσει η Ιεραρχία διότι αποβλέπουμε όλοι, από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο όχι στην προσωπική ικανοποίηση, αλλά πώς αυτό το υλικό που γίνεται πνευματικό θα γίνει εργαλείο πνευματικό στα χέρια της Εκκλησίας. Τα ιδρύματα, τα σχολεία μας, οι ανάγκες οι καθημερινές μας λένε ότι πρέπει να προχωρήσουμε σε πνεύμα αυτοτέλειας, συνεργασίας, σε ένα πνεύμα που να δώσουμε το νόημα στον πιστό μας και σε αυτόν που μας βοηθάει κάθε μέρα ότι η Εκκλησία με αυτόν τον τρόπο γίνεται περισσότερο υπηρέτης και διάκονος του θελήματος του λαού και επομένως του τόπου μας. Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ διότι είστε συντελεστής σε αυτήν την ιστορική στιγμή, σένα τόσο μεγάλο γεγονός που η Εκκλησία θα μπορέσει να αισθάνεται όχι ότι γίνεται πιο πλούσια, δεν την ενδιαφέρει αυτό, αλλά ότι γίνεται πιο λειτουργική και πιο δυνατή στο διακόνημά της και στην ικανοποίηση των οραμάτων που έχει».

Σε ειδική αναφορά του για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, ευχαρίστησε για την πρωτοβουλία του πρωθυπουργού να αφήσει το προοίμιο του Συντάγματος «όπως το έφτιαξαν οι πατέρες μας». Ευχαρίστησε, όπως είπε, και εκ της θέσεως και εκ της ηλικίας, αλλά και εκ της επιστήμης, γιατί υπήρξε κάποτε ιστορικός, και συνεχάρη τον Αλέξη Τσίπρα.

Ο Προκαθήμενος της Ελλαδικής Εκκλησίας δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στις «μικρότητες», όπως τις χαρακτήρισε, ότι «θα σβήσετε τα σύμβολα της Εκκλησίας κ.λπ., για να επισημάνει ότι «από πολέμους τέτοιας μορφής έχουμε γνωρίσει όλοι μας, τους γνωρίζουμε, αλλά ξέρουμε να προχωρούμε».

Τέλος, δήλωσε ότι «αν προχωρήσει η οικονομική δυνατότητα, ώστε η Εκκλησία να γίνει ελεύθερη και να αποκτήσει την αυτοτέλειά της, θα τεθεί στην ιστορία ότι είστε ο πρώτος που έβαλε την υπογραφή».

Η επίσκεψη στο Μαξίμου

Το κατώφλι του Μεγάρου Μαξίμου πέρασε στις 17.53 ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδας Ιερώνυμος, συνοδευόμενος από τους μητροπολίτες Ιωαννίνων Μάξιμο και Πατρών Χρυσόστομο, καθώς και τον επίσκοπο Σαλώνων Αντώνιο, διευθυντή των οικονομικών υπηρεσιών της Εκκλησίας της Ελλάδας. Στα σκαλιά του Μεγάρου Μαξίμου τους υποδέχτηκε ο κ. Τσίπρας.

Από τις 18.00 ξεκίνησε η συνάντηση τους με τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα στην οποία συζήτησαν το θέμα της θρησκευτικής ουδετερότητας και την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας στο πλαίσιο της συνταγματικής αναθεώρησης.

Αναλυτικά οι δηλώσεις του πρωθυπουργού:

Θέλω να ευχαριστήσω θερμά τον Μακαριότατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος, κύριο Ιερώνυμο, καθώς και την ηγεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος και τους συνεργάτες του, που είχαμε σήμερα την ευκαιρία να έχουμε μία πάρα πολύ ουσιαστική, εποικοδομητική και δημιουργική θα έλεγα συνάντηση.

Θα ήθελα, αν μου επιτρέπετε Μακαριότατε, να ξεκινήσω λέγοντας ότι αυτή η συνάντηση είναι το επιστέγασμα ενός διαλόγου ο οποίος έχει ξεκινήσει εδώ και πολύ καιρό, εδώ και χρόνια, τόσο μεταξύ ημών όσο, όμως, και μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας.

Και ο βασικός στόχος, η κοινή βούληση, η κοινή θέληση είναι να αντιμετωπίσουμε ιστορικές εκκρεμότητες που εμποδίζουν την ορθή λειτουργία, τον εξορθολογισμό, αν θέλετε καλύτερα να πω την έκφραση, των σχέσεων Εκκλησίας και Κράτους. Ιστορικές εκκρεμότητες που πολλές φορές δημιουργούν κλίμα αντιπαλότητας ή και εκατέρωθεν καχυποψίας. Να αντιμετωπίσουμε λοιπόν και να ξεπεράσουμε τις εκκρεμότητες χωρίς να τις κρύβουμε, να προσπαθούμε να κρύψουμε τις εκκρεμότητες αυτές, αλλά, προσπαθώντας να βρούμε έναν δημιουργικό τρόπο τόσο για την υπέρβασή τους όσο και για τη δημιουργία των συνθηκών εκείνων που θα δώσουν τη δυνατότητα να έχουμε μία ώθηση προς τα εμπρός.

Μία ώθηση προς τα εμπρός σε ό, τι αφορά τη δυνατότητα της Εκκλησίας της Ελλάδας να έχει τη δική της οικονομική αυτοδυναμία και οικονομική αυτονομία, αλλά και της Πολιτείας να μπορεί να στηρίζει το έργο της έχοντας διακριτούς ρόλους.

Σήμερα, λοιπόν, είμαι στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσω ότι μετά από έναν πολυετή, όπως είπα πιο πριν, αλλά και ειλικρινή διάλογο με τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο και την Εκκλησία της Ελλάδας βρισκόμαστε μπροστά σε ένα πλαίσιο θα έλεγα Συμφωνίας. Αλλά, μία Συμφωνία την οποία θα μου επιτρέψετε να χαρακτηρίσω ιστορικού χαρακτήρα. Και το λέω αυτό όχι μόνο γιατί επιλύει εκκρεμότητες πολλών δεκαετιών, που έχουν ανακύψει από τη δεκαετία του ’20, αλλά, κυρίως, διότι είναι μία Συμφωνία προς όφελος και των δύο πλευρών.

Θα ήθελα λοιπόν, πριν οποιοδήποτε άλλο σχόλιο, να μου επιτρέψετε να διαβάσω το Κοινό Ανακοινωθέν Εκκλησίας-Πολιτείας, στο οποίο καταλήξαμε σήμερα και το οποίο εκφράζει τόσο το αποτέλεσμα του μέχρι σήμερα διαλόγου μας όσο και τις προθέσεις μας για το πλαίσιο στο οποίο προτιθέμεθα να κινηθούμε στο άμεσο μέλλον, στον βαθμό βεβαίως που τόσο η Ιεραρχία όσο και το Υπουργικό Συμβούλιο που θα συγκληθούν για να εγκρίνουν αυτό το πλαίσιο, το εγκρίνουν και δώσουν το έναυσμα για να προχωρήσουμε περαιτέρω στις απαραίτητες νομοθετικές πρωτοβουλίες.

Κοινό ανακοινωθέν, λοιπόν, Πολιτείας – Εκκλησίας της Ελλάδος. 

Μετά από έναν πολυετή, αναλυτικό και ειλικρινή διάλογο μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας, διάλογο ο οποίος διεξήχθη σε κλίμα κατανόησης και σεβασμού, έχουμε σήμερα τη δυνατότητα να προχωρήσουμε σε συναινετικές και αμοιβαία αποδεκτές και επωφελείς πρωτοβουλίες που αφορούν τον εξορθολογισμό των σχέσεων μας.

Στόχος μας είναι να θέσουμε το πλαίσιο διευθέτησης και επίλυσης ιστορικών εκκρεμοτήτων, αλλά και να ενισχύσουμε την αυτονομία της Ελλαδικής Εκκλησίας έναντι του Ελληνικού Κράτους, αναγνωρίζοντας την προσφορά και τον ιστορικό της ρόλο στη γέννηση και στη διαμόρφωση της ταυτότητάς του.

Για τον λόγο αυτό, εκφράζουμε σήμερα την πρόθεσή μας να καταλήξουμε σε μια ιστορική Συμφωνία μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας που θα πάρει τη μορφή νομοθετικής ρύθμισης και πιο συγκεκριμένα προτείνουμε τα εξής:

  1. Το Ελληνικό Δημόσιο αναγνωρίζει ότι μέχρι το 1939 οπότε εκδόθηκε ο αναγκαστικός νόμος 1731/1939 απέκτησε εκκλησιαστική περιουσία έναντι ανταλλάγματος που υπολείπεται της αξίας της.

  2. Το Ελληνικό Δημόσιο αναγνωρίζει ότι ανέλαβε τη μισθοδοσία του κλήρου, ως με ευρεία έννοια, αντάλλαγμα για την εκκλησιαστική περιουσία που απέκτησε.

  3. Το Ελληνικό Δημόσιο και η Εκκλησία αναγνωρίζουν ότι οι κληρικοί δεν θα νοούνται στο εξής ως δημόσιοι υπάλληλοι και ως εκ τούτου διαγράφονται από την Ενιαία Αρχή Πληρωμών.

  4. Το Ελληνικό Δημόσιο δεσμεύεται ότι θα καταβάλλει ετησίως στην Εκκλησία με μορφή επιδότησης ποσό αντίστοιχο με το σημερινό κόστος μισθοδοσίας των εν ενεργεία ιερέων, το οποίο θα αναπροσαρμόζεται ανάλογα με τις μισθολογικές μεταβολές του Ελληνικού Δημοσίου.

  5. Η Εκκλησία αναγνωρίζει ότι μετά τη Συμφωνία αυτή παραιτείται έναντι κάθε άλλης αξίωσης για την εν λόγω εκκλησιαστική περιουσία.

  6. Η ετήσια επιδότηση θα καταβάλλεται σε ειδικό ταμείο της Εκκλησίας και προορίζεται αποκλειστικά για τη μισθοδοσία των κληρικών, με αποκλειστική ευθύνη της Εκκλησίας της Ελλάδος και σχετική εποπτεία των αρμόδιων ελεγκτικών κρατικών αρχών.

  7. Με τη Συμφωνία διασφαλίζεται ο σημερινός αριθμός των οργανικών θέσεων κληρικών της Εκκλησίας της Ελλάδος, καθώς και ο σημερινός αριθμός των λαϊκών υπαλλήλων της Εκκλησίας της Ελλάδος.

  8. Πιθανή επιλογή της Εκκλησίας της Ελλάδος για αύξηση του αριθμού των κληρικών δεν δημιουργεί απαίτηση αύξησης του ποσού της ετήσιας επιδότησης.

  9. Το Ελληνικό Δημόσιο και η Εκκλησία της Ελλάδος αποφασίζουν τη δημιουργία Ταμείου Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας.

  10. Το Ταμείο αυτό θα διοικείται από πενταμελές διοικητικό συμβούλιο. Δύο μέλη του Ταμείου θα διορίζονται από την Εκκλησία της Ελλάδος, δύο μέλη θα διορίζονται από την Ελληνική Κυβέρνηση, ενώ ένα μέλος θα διορίζεται από κοινού.

  11. Το Ταμείο Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας θα αναλάβει τη διαχείριση και αξιοποίηση των από το 1952 και μέχρι σήμερα ήδη αμφισβητούμενων μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Εκκλησίας της Ελλάδος περιουσιών, αλλά και κάθε περιουσιακού στοιχείου της Εκκλησίας που εθελοντικά η ίδια θα θελήσει να παραχωρήσει στο εν λόγω Ταμείο προς αξιοποίηση.

  12. Τα έσοδα και οι υποχρεώσεις του ΤΑΕΠ επιμερίζονται κατά ίσο μέρος στο Ελληνικό Δημόσιο και την Εκκλησία της Ελλάδος.

  13. Τα ανάλογα ισχύουν και για τις περιουσίες των επιμέρους Μητροπόλεων, ήτοι των αμφισβητούμενων περιουσιών, αλλά και όσων οι Μητροπόλεις εθελοντικά παραχωρήσουν στο ΤΑΕΠ.

  14. Η ήδη συσταθείσα με τον Ν.4182/2013 Εταιρεία Αξιοποίησης Ακίνητης Εκκλησιαστικής Περιουσίας μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών εντάσσεται επίσης στο ΤΑΕΠ και διοικείται με το σημερινό κατά νόμο καθεστώς.

  15. Οι παραπάνω δεσμεύσεις των δύο μερών θα ισχύουν υπό την προϋπόθεση τήρησης της Συμφωνίας στο σύνολό της.

Έχω, λοιπόν, την αίσθηση ότι σήμερα επιχειρούμε να κάνουμε ένα ιστορικό βήμα προς τα μπρος, επ’ ωφελεία της Εκκλησίας, αλλά και της Ελληνικής Πολιτείας. Και, βεβαίως, θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, διότι χάρη στις δικές του πρωτοβουλίες, στις δικές του άοκνες προσπάθειες, υπάρχει αυτή η ιστορική δυνατότητα, που θα δώσει την προοπτική μίας σύγχρονης και αυτοδύναμης Εκκλησίας, σε ένα σύγχρονο ελληνικό κράτος.

Βεβαίως, η συγκυρία το έφερε και το επιστέγασμα αυτού του πολυετούς διαλόγου έρχεται σε μία στιγμή όπου έχει ξεκινήσει ο διάλογος για την επικείμενη Συνταγματική Αναθεώρηση που έχει ανάγκη ο τόπος.

Με αφορμή, λοιπόν, αυτό διαβεβαίωσα σήμερα τον Αρχιεπίσκοπο, αλλά και τους σεβαστούς Μητροπολίτες που τον συνόδευαν, ότι η επικείμενη Συνταγματική Αναθεώρηση και ειδικότερα οι αλλαγές που αφορούν στο άρθρο 3 έχουν ως στόχο να αναβαθμίσουν τον διακριτό ρόλο της Εκκλησίας, ενισχύοντας την αυτονομία της, αναγνωρίζοντας όμως παράλληλα τη σημαντική, μοναδική θα έλεγα, προσφορά της στη γέννηση και διαμόρφωση της ταυτότητας του ελληνικού κράτους.

Σε ό, τι αφορά το ερώτημα που και ο Μακαριότατος έθεσε δημόσια χθες για τη θρησκευτική ουδετερότητα του ελληνικού κράτους και τι εννοούμε με αυτήν. Η διακηρυκτική αρχή της θρησκευτικής ουδετερότητας του ελληνικού κράτους διασφαλίζει αφενός μεν τους διακριτούς ρόλους μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας, αφετέρου, δε, εγγυάται τη μεταξύ τους συνεργασία στα θέματα κοινού ενδιαφέροντος.

Και, προφανώς, αυτή η αρχή δεν έρχεται σε καμία αντίθεση με τις μακραίωνες παραδόσεις του λαού μας και ούτε βέβαια, και θέλω αυτό να το τονίσω με την ευκαιρία, ας μου επιτραπεί, Μακαριότατε, έχουν και καμία βάση όσα αστεία, κωμικοτραγικά θα έλεγα, έχουν ορισμένοι ψευδώς και σκοπίμως διαδώσει τις τελευταίες ημέρες περί επικείμενης δήθεν αποκαθήλωσης των ιστορικών συμβόλων, του σταυρού, από την ελληνική σημαία και από τα εθνικά μας σύμβολα.

Και το λέω αυτό διότι υπάρχει πραγματικά ανάγκη ο όποιος διάλογος διεξάγεται και οι όποιες διαφορετικές απόψεις να διεξάγονται επί τη βάσει της πραγματικότητας και όχι επί τη βάσει διάδοσης ψευδών ειδήσεων περί προθέσεων που δεν υπάρχουν.

Θέλω, λοιπόν, να ξεκαθαρίσω ότι η διακήρυξη της θρησκευτικής ουδετερότητας στο ελληνικό Σύνταγμα είναι εκεί προκειμένου να υπογραμμίσει ότι το ελληνικό κράτος θα είναι ο εγγυητής της θρησκευτικής ελευθερίας του ελληνικού λαού και των Ελλήνων πολιτών. Αυτό και τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο από αυτό.

Όμως, όπως γνωρίζετε, ο διάλογος με την Εκκλησία της Ελλάδας ήταν και είναι πάντα ειλικρινής, από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης, και εποικοδομητικός και δημιουργικός, και θα είναι διαρκής.

Ακούμε τις απόψεις της Εκκλησίας, με σεβασμό, ακούμε και τις επιφυλάξεις της και όπως θέλω να πιστεύω ότι πράττει και το σύνολο, σχεδόν, των κομμάτων και των εκπροσώπων του λαού μας στην Εθνική Αντιπροσωπεία. Όλοι μαζί, λοιπόν, θα λάβουμε υπόψη τις σκέψεις και τις προτάσεις που θα κατατεθούν κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής διαδικασίας και του διαλόγου που το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει για τη διαδικασία της Αναθεώρησής του.

Θέλω να κλείσω λέγοντας πως έχω την αίσθηση πως σήμερα πράγματι γίνεται ένα ιστορικό βήμα. Όλα τα ιστορικά βήματα προς τα εμπρός απαιτούν όραμα, θετική διάθεση, διάθεση να κατανοήσει ο ένας τον άλλον. Και θέλω να ευχαριστήσω ειλικρινά τον Αρχιεπίσκοπο που μου έδωσε τη δυνατότητα αυτά τα 3,5 χρόνια να έχω έναν διαρκή και ειλικρινή διάλογο μαζί του, όχι πάντοτε συμφωνώντας, αλλά, που μου έδωσε τη δυνατότητα να κατανοήσω τις θέσεις, και τις σκέψεις και τα πιστεύω του.

Θεωρώ πως κάθε βήμα προς τα εμπρός βεβαίως δεν είναι χωρίς δυσκολίες. Αλλά, πιστεύω επίσης, ότι όλοι κρινόμαστε από τα αποτελέσματα που δημιουργούμε, αλλά και από τις προθέσεις, και από αυτό που εκπέμπουμε. Και θέλω να πιστεύω ότι αυτή η συνάντηση και αυτή η Συμφωνία εκπέμπει αλληλοσεβασμό, αλληλοκατανόηση, αγάπη, και, αν μου επιτρέπετε, εκπέμπει την πρόθεσή μας να πάμε ένα βήμα πιο μπροστά σεβόμενοι ο ένας τον άλλον.

Με αυτές τις σκέψεις θα ήθελα άλλη μία φορά να ευχαριστήσω τον Αρχιεπίσκοπο και την ηγεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος και να του δώσω τον λόγο.