Η «Μήδεια», του Θοδωρή Γκόνη και η δωδεκάχρονη παρουσία του στην πόλη μας

Του Δημήτρη Εμμανουηλίδη

«Πώς πέρασαν τα χρόνια…»

Αναλογίζομαι τα δωδεκάχρονα της παρουσίας του Θοδωρή Γκόνη στα πολιτιστικά δρώμενα της πόλης μας και δη στα θεατρικά.

Εξ αρχής θα έλεγα πως ο Θοδωρής Γκόνης δεν ανήκει στην κατηγορία των εύκολων ανθρώπων. Χωρίς να σπαταλιέται «μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου», ζει όλα αυτά τα χρόνια μ’έναν τρόπο που αυτός ορίζει. Πυξίδα στην κοινωνική του συμπεριφορά το «τόσο, όσο». Προτεραιότητα δίνει στο δημιουργικό πεδίο. Σ’αυτό νιώθει υπόχρεος ν’ανταποκριθεί.

Δύσκολος άνθρωπος ο Θοδωρής. Πρωτίστως με τον εαυτό του. Συχνά εναγώνια ανικανοποίητος. Γνώρισμα άλλωστε υπάρξεων που έχουν επίγνωση της κοινωνικής ευθύνης που επωμίζονται. ‘Εχοντας κατά νου ότι η πνευματική και καλλιτεχνική προίκα που του χαρίστηκε δεν πρέπει να αναλώνεται σε μανιέρες που μαραγκιάζουν το δημιουργικό οίστρο, επιδίδεται συνεχώς στην αναζήτηση του καινούριου. Του αδοκίμαστου που με την πεποίθηση της αξίας του και την εργώδη επιμονή του το καθιστά δόκιμο. Κι εδώ βρίσκεται το ενδιαφέρον της διαδρομής του για τον ίδιο και η κάρπωση των εγχειρημάτων του επ’ωφελεία δική μας. Εντελώς πρόχειρα μου’ρχεται στο μυαλό η προσφορά του στην εξοικείωση των συμπολιτών μας με την τοπογραφία της πόλης μας. Σωστός ανασκαφέας της αισθητικής μάς ξανασυστήνει με τις τοπογραφικές επιλογές του με τα κρυμμένα αισθήματα και βιώματά μας. Να θυμηθώ το Καρνάγιο στο «Βάρδα Μπένε» της Εύας Οικονόμου-Βαμβακά, το Απεντομωτήριο στη «Ζωή Εφάμιλλη» με τον αλησμόνητο συμπολίτη μας Γιώργο Μοσχίδη, το ναϊδριο των Αγίων Αποστόλων στο Καρνάγιο του Λιμένα στο «Αμάρτημα της μητρός μου» του Γεωργίου Βιζυηνού. Τα θεατρικά αναλόγιά του, το δραματοποιημένο λόγο των μεγάλων της λογοτεχνίας μας και τα τελευταία χρόνια τη δημιουργία του εργαστηρίου αρχαίου δράματος. Είναι μερικά από τα εγχειρήματά του που τα μοιράζεται με τους ανθρώπους της πόλης που τον φιλοξενεί στα δωδεκάχρονα της εδώ παραμονής του.

Στα πλαίσια λοιπόν των εργασιών του εργαστηρίου αρχαίου δράματος την Κυριακή 23 Αυγούστου παρουσιάστηκε η «Μήδεια» του Ευριπίδη σε δική του σκηνοθεσία. Η παράσταση δόθηκε στον προαύλιο χώρο του αρχαιολογικού μουσείου Φιλίππων. Η επιλογή του τόπου μοναδική. Το προαύλιο, ένα «μπαλκόνι» απ’όπου η ματιά ξεχυνόταν στην «πράσινη θάλασσα»-κατά τη γραφή του συντοπίτη μας Θοδωρή Γρηγοριάδη- περιζωσμένη από τις μαβιές κορυφογραμμές του Παγγαίου και του Φαλακρού. Η επιλογή του χρόνου, ώρα 7:30 μ.μ. μοναδικά υποβλητική, καθώς η μηχανή του χρόνου μας γύρισε στο σούρουπο του 431 π.χ. Τη στιγμή της πρώτης διδασκαλίας της «Μήδειας», καθόσον οι παραστάσεις παίζονταν τότε μέχρι τη δύση του ηλίου.

Η «Μήδεια» με τη σκηνοθετική ματιά του Γκόνη ξεφεύγει από τους κλασικούς δρόμους της φορτισμένης με τον παραδοσιακό-τραγικό τρόπο προσέγγισης της ηρωϊδας. Η Εύη Σαουλίδου, ως σύγχρονη Μήδεια, αφήνοντας πίσω της την παραφορά, οδηγείται στα άρρητα εγκλήματά της με παγωμένο αίμα, με σοκαριστική διαύγεια του νου. Γίνεται παιδοκτόνος για να τακτοποιήσει με όρους μαθηματικής λογικής τα οικογενειακά «δούναι λαβείν». Η κίνησή της  υπαγορευόμενη από την ψυχοσύνθεσή της, τιθασευμένη, ξένη εντελώς από τη λαβωμένη μαινάδα, υπηρετεί με συνέπεια το λόγο της και τούμπαλιν. Στα θετικά της παράστασης καταχωρίζεται η συνεπής ενδυματολογική πρόταση του Ανδρέα Γεωργιάδη, καθόσον τα κοστούμια των ερμηνευτών λειτουργούν στη λογική της ανάδειξης του απέριττου. ‘Οσο για τη σκηνογραφία, η επιλογή του χώρου των δρωμένων ανάμεσα στις αναθηματικές στήλες που κείτονται in situ στο προαύλιο του μουσείου, αποτελεί την κορυφαία σκηνογραφική πρόταση. Υπηρετική της ατμόσφαιρας της παράστασης η σε slow motion τιθασευμένη κίνηση των πρωταγωνιστών-χορευτών, Κικής Μπάκα και Δημήτρη Σωτηρίου. Αρμονική στοίχιση με την εσωτερική κίνησή τους. Η μουσική του Φώτη Σιώτα, υποβλητική, υποστηρίζουσα το πνεύμα του συνολικού εγχειρήματος. Θα ήταν παράλειψη να μην εξάρω «την ποίηση μέσα στην ποίηση» της μετάφρασης του Γιώργου Χειμωνά και το ποιητικό επίσης «σκάλισμα» του Θοδωρή Γκόνη στα λόγια της τροφού. Εν κατακλείδι η σκηνοθετική πρόταση του Γκόνη στη «Μήδεια» στηριγμένη στα αγκωνάρια του λιτού και απέρριτου, μας υπενθυμίζει την αξία και την πολυτιμότητα του απλού. Του απλού που ωστόσο είναι δύσκολα κατορθωτό…

Φωτογραφία του Θανάση Σοφιανού